Τσάι για μακροζωία

Τα αντιοξειδωτικά στο τσάι πιθανότατα αυξάνουν το μέσο όρο ζωής καθώς σύμφωνα με πόρισμα πρόσφατης έρευνας η κατανάλωση τσαγιού μειώνει τον κίνδυνο πρόωρου θανάτου κατά 24%!

Ο καφές είναι το ζεστό ρόφημα που έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις των ενήλικων Ελλήνων. Μολονότι η καφεΐνη δίνει προσωρινά μια ένεση ενέργειας και διαύγειας καταπολεμώντας την κούραση, αυτό αποτελεί ψευδαίσθηση που μπορεί να οδηγεί σε πρόωρο θάνατο. Σύμφωνα με μεγάλη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Καρδιολογίας στη Βαρκελώνη πριν από μερικούς μήνες, ένα φλιτζάνι τσάι την ημέρα είναι πιο υγιεινή εναλλακτική σε σχέση με τον καφέ, μειώνοντας τον κίνδυνο πρόωρης θνησιμότητας κατά ένα τέταρτο.

Η αιώνια διαμάχη για το ποιο ρόφημα είναι καλύτερο (ο καφές ή το τσάι) έχει φανατικούς υποστηρικτές και στα δύο στρατόπεδα. Ο καφές μπορεί να αποδειχτεί μεταβολικό βαρίδι για τον οργανισμό, χωρίς θρεπτική αξία, αλλά υπάρχουν αναφορές για ευεργετικές ιδιότητες, καθώς η τακτική κατανάλωσή του μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο εμφάνισης καρδιακών παθήσεων και διαβήτη, μεταξύ άλλων. Παράλληλα υπάρχουν και άλλες αναφορές ειδικών που θεωρούν ότι ο δημοφιλής καφές μπορεί να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία του οργανισμού, για παράδειγμα, στη βραχυπρόθεσμη μνήμη.

Το τσάι, αντιθέτως, θεωρείται πιο υγιεινό κι από το νερό, καθώς τρία ή περισσότερα φλιτζάνια την ημέρα ισοδυναμούν με την κατανάλωση άφθονου νερού και μάλιστα, με extra οφέλη για την υγεία. Η ευεργετική δράση του τσαγιού για τον οργανισμό συνδέεται με την περιεκτικότητά του σε πολυφαινόλες. Οι τέσσερις βασιές πολυφαινόλες που εντοπίζονται στα φρέσκα φύλλα τσαγιού ονομάζονται κατεχίνες.

Ο Nicolas Danchin, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Descartes στο Παρίσι ισχυρίζεται ότι αυτές οι πολυφαινόλες μπορεί να ευθύνονται για τα μειωμένα επίπεδα πρόωρης θνησιμότητας που καταγράφονται μεταξύ όσων πίνουν τακτικά τσάι. Η μεγάλη έρευνα που πραγματοποίησε ο Danchin επεχείρησε να προσδιορίσει τις επιδράσεις του καφέ και του τσαγιού στη θνησιμότητας λόγω καρδιοαγγειακών παθήσεων εξετάζοντας δείγμα πληθυσμού χωρίς προδιάθεση σε ασθένειες του καρδιοαγγειακού. Στην έρευνα συμμετείχαν πάνω από 130.000 Γάλλοι ηλικίας 18-95 ετών που είχαν κάνει εξετάσεις στο Ιατρικό Κέντρο Πρόληψης του Παρισιού (IPC) από τον Ιανουάριο του 2001 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2008.

Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ερωτηματολόγιο στο οποίο κλήθηκαν να απαντήσουν εάν πίνουν καφέ ή τσάι και πόσο: καθόλου, 1-4 φλιτζάνια, περισσότερα από 4 φλιτζάνια την ημέρα. Το είδος τσαγιού και το εάν προσθέτουν στο ρόφημά τους γάλα ή ζάχαρη δεν αναλύθηκε από την έρευνα. Εξετάστηκαν οι διαφορές στην πίεση των ανθρώπων που πίνουν καφέ και εκείνων που πίνουν τσάι. Έπειτα από 3,5 χρόνια, έγινε επανεξέταση του αρχικού δείγματος και βρέθηκε ότι είχαν επέλθει 95 θάνατοι από καρδιαγγειακές ασθένειες και 362 θάνατοι από άλλες αιτίες.

Τα ευρήματα αποκάλυψαν ότι όσοι έπιναν καφέ παρουσίασαν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών ασθενειών συγκριτικά με αυτούς που δεν έπιναν καφέ ειδικά εάν κάπνιζαν κιόλας. Το ποσοστό των καπνιστών ήταν 17% για όσους δεν έπιναν καφέ και 31% για όσους έπιναν 1-4 φλιτζάνια την ημέρα, ενώ το ποσοστό αυτό εκτινάχθηκε στο 57% για όσους έπιναν πάνω από 4 φλιτζάνια την ημέρα. Αντίθετα με τους λάτρεις του καφέ, οι φίλοι του τσαγιού είχαν καλύτερες επιδόσεις όσον αφορά τον κίνδυνο εμφάνισης κάποιας καρδιαγγειακής πάθησης. Το ένα τρίτο όσων δεν έπιναν τσάι κάπνιζε σε σχέση με το 24% εκείνων που έπιναν 1-4 φλιτζάνια την ημέρα και το 29% όσων έπιναν πάνω από 4 φλιτζάνια.

Όσον αφορά την πίεση, το τσάι έχει θετικότερη επίδραση στη διατήρησή της σε σχετικά χαμηλό επίπεδο. Γενικώς το προφίλ εκείνων που πίνουν καφέ σε σύγκριση με αυτού όσων πίνουν τσάι εμφανίζεται να παρουσιάζει μεγαλύτερους κινδύνους, υποστηρίζει ο καθηγητής Danchin σε δελτίο τύπου. “Επίσης βρήκαμε μεγάλες διαφορές ανάλογα με το φύλο. Οι άνδρες τείνουν να πίνουν καφέ περισσότερο από ό,τι οι γυναίκες, ενώ οι γυναίκες προτιμούν το τσάι περισσότερο από ό,τι οι άνδρες”.

Η φυσική δραστηριότητα επίσης καταμετρήθηκε και αναγνωρίστηκε η μεγάλη σημασία της και στις δύο ομάδες του δείγματος. Όσοι δεν έπιναν καφέ, ήταν πιο δραστήριοι (45%) σε σύγκριση με το 41% των ανθρώπων που πίνουν πολύ καφέ. Για όσους πίνουν τσάι, η φυσική δραστηριότητα αύξανε την κατανάλωση τσαγιού από 43% για μέτρια κατανάλωση σε 46% για βαριά κατανάλωση.

Παρότι δεν είναι εντυπωσιακή υπάρχει μια καταγεγραμμένη τάση αυξημένης θνησιμότητας από καρδιαγγειακές ασθένειες μεταξύ εκείνων που πίνουν πολύ καφέ σε σχέση με αυτούς που δεν πίνουν καφέ. Ωστόσο, ο Danchin διαπίστωση ότι η αυξημένη θνησιμότητα μεταξύ των ανθρώπων που πίνουν καφέ, εξηγείται και από το γεγονός ότι οι περισσότεροι καπνιστές ήταν στην ομάδα εκείνων που πίνουν περισσότερο καφέ.

Η επιλογή του τσαγιού λοιπόν βρέθηκε ότι μειώνει τη θνησιμότητα από καρδιαγγειακές ασθένειες κατά 24%. Παραδόξως, η θετική αυτή επίδραση εντοπίστηκε σε καπνιστές ή πρώην καπνιστές, ενώ το τσάι είχε ουδέτερη επίδραση σε μη καπνιστές. Ο Danchin εικάζει ότι τα αντιοξειδωτικά του τσαγιού μπορεί να ενεργοποιούν κάποια οφέλη επιβίωσης. Εφόσον οι περισσότεροι από εκείνους που πίνουν πολύ τσάι έχουν κατά κανόνα και πιο υγιεινό τρόπο διαβίωσης, ο Danchin προβληματίζεται μήπως η κατανάλωση τσαγιού αντανακλά και ένα συγκεκριμένο προφίλ ατόμων ή αν το τσάι πραγματικά δρα ευεργετικά στον οργανισμό και την υγεία.

Οι ιαματικές ιδιότητες του τσαγιού αποτελούν αντικείμενο ερευνών και μελέτης όλο και πιο πολύ τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει δεν μια τεράστια ποικιλία γεύσεων που προσφέρουν διαφορετικά οφέλη στην υγεία. Εν κατακλείδι, το τσάι μπορεί να αποδειχτεί πιο ευεργετικό από τον καφέ και καλύτερο ακόμη και από το νερό.

Πηγή: Danchin N. 2014 European Society of Cardiology Congress – Βαρκελώνη, Ισπανία.