Καρπούζι –μια ιστορία πέντε χιλιάδων ετών

Δοκίμασε καρπούζι και θα μάθεις τι τρώνε οι άγγελοι, έλεγε ο Μαρκ Τουέιν.

Όπως όμως μας πληροφορεί ο Marc Strauss με άρθρο του στο National Geographic, οι άγγελοι θα πνίγονταν αν είχαν φάει τον άγριο πρόγονο του καρπουζιού –που ήταν πικρό με σκληρή, ανοιχτοπράσινη σάρκα. Γενιές και γενιές επιλεκτικής καλλιέργειας που συνεχίστηκαν σε διάφορες χώρες και από διαφορετικούς πολιτισμούς οδήγησαν τελικά στο γλυκό κόκκινο φρούτο που απολαμβάνουμε κάθε καλοκαίρι.

Ο Harry Paris, επιστημονικός συνεργάτης του Αγροτικού Ερευνητικού Οργανισμού του Ισραήλ εργάζεται εντατικά επί σειρά ετών συγκεντρώνοντας ιστορικά στοιχεία για να καταγράψει την εντυπωσιακή μετεξέλιξη του καρπουζιού στα περίπου 5.000 χρόνια της ύπαρξής του.
Όλοι φαίνεται να συμφωνούν πως το καρπούζι εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην Αφρική, αλλά διαφωνούν ως προς την γενέτειρά του, καθώς στην κυριολεξία κάθε χώρα της ηπείρου ερίζει για την πατρότητα του άγριου, αυτοφυούς καρπουζιού.
Εν πάση περιπτώσει, οι Αιγύπτιοι είναι πιθανότατα οι πρώτοι που καλλιέργησαν το φρούτο πριν από 4.000 χρόνια –ως πρωτοπόροι γεωργοί στην ήπειρο. Ο Paris υποστηρίζει ότι ο πιο πιθανός διεκδικητής πρόγονος του καρπουζιού (επιστ, citrullus lanatus της ποικιλίας των Κολοκυθοειδών) εντοπίζεται στη βορειοανατολική Αφρική και είναι το γνωστό ως gurum στο Σουδάν και gurma στην Αίγυπτο.
Εξίσου βέβαιο είναι πως το καρπούζι έχει χαρίσει χιλιετίες απόλαυσης, καθώς αρχαιολόγοι έχουν εντοπίσει τα σπόρια του μαζί με υπολείμματα άλλων φρούτων σε οικισμό 5.000 ετών στη Λιβύη.
Σπόρια και απεικονίσεις καρπουζιών έχουν βρεθεί επίσης σε Αιγυπτιακούς τάφους που έχουν χτιστεί την ίδια περίπου περίοδο. Ξεχωρίζει μια τοιχογραφία όπου το καρπούζι δεν είναι στρογγυλό όπως το άγριο φρούτο αλλά έχει το γνωστό μας σήμερα ελαφρώς μακρόστενο σχήμα, που σημαίνει ότι είχε ξεκινήσει από νωρίς η καλλιέργεια αυτής της ποικιλίας.
Στο ερώτημα γιατί οι Αιγύπτιοι ξεκίνησαν να καλλιεργούν τα άγρια καρπούζια ενώ ήταν σκληρά και πικρά ο Paris έχει μια πιθανή εξήγηση: σε αντίθεση με άλλα φρούτα, τα καρπούζια λόγω της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε νερό μπορούσαν να διατηρηθούν βρώσιμα για εβδομάδες ακόμη και μήνες σε δροσερό χώρο υπό σκιά.
Υπάρχει και σχετική μαρτυρία απεσταλμένου του National Geographic στο Σουδάν το 1924, που είδε να συλλέγουν και να αποθηκεύουν με αυτόν τον τρόπο καρπούζια την περίοδο της ξηρασίας, για να αντλούν το νερό τους.
Ο Paris εικάζει ότι οι Αιγύπτιοι ασχολήθηκαν με το καρπούζι για τον ίδιο λόγο. Και προσθέτει: «γι’ αυτό βρίσκουμε ίχνη από καρπούζι στους τάφους. Οι Φαραώ χρειάζονταν νερό για το μακρύ ταξίδι που είχαν μπροστά τους και ποια θα μπορούσε να είναι η καλύτερη πηγή;»
Όταν οι Αιγύπτιοι άρχισαν να καλλιεργούν καρπούζια, θα πρέπει να επιχείρησαν να αλλάξουν την πικρή γεύση του για την οποία ευθυνόταν ένα γονίδιο. Μάλλον δεν δυσκολεύτηκαν ιδιαίτερα να ξεφορτωθούν το γονίδιο αυτό.
Στη συνέχεια οι καλλιεργητές καρπουζιών άρχισαν να βελτιώνουν κι άλλα χαρακτηριστικά του μέσα από την επιλεκτική καλλιέργεια σπόρων. Στο πλαίσιο αυτό η τοιχογραφία του καρπουζιού στο γνώριμο σχήμα του πάνω σε έναν δίσκο μας δίνει μια ιδέα σχετικά με την εξέλιξη του φρούτου. Μια και το έτρωγαν φρέσκο, θα πρέπει να ήταν αρκετά τρυφερό για να κόβεται εύκολα. Που σημαίνει ότι αποτελούσε ήδη παρελθόν η σκληρή φλούδα του άγριου καρπού και η ανάγκη να σκάβεις για να φτάσεις στη ζουμερή σάρκα του.
Όμως παρότι το φρούτο δεν ήταν πια σκληρό και πικρό δεν είχε ακόμη αγγίξει την τελειότητα του τρυφερού, γλυκού καρπουζιού που απολαμβάνουμε σήμερα.
Από το 2000 π.Χ. παρακολουθούμε την ιστορική διαδρομή του καρπουζιού μέσα από ιατρικά εγχειρίδια, ταξιδιωτικές περιγραφές, συνταγές και θρησκευτικά κείμενα. Μελετώντας και συγκρίνοντας περιγραφές από πολλές διαφορετικές πηγές, ο Paris κατάφερε να αναγνωρίσει τα αρχαία ονόματα του καρπουζιού.
Κείμενα από το 400 π.Χ. μέχρι το 500 μ.Χ. δείχνουν ότι το καρπούζι είχε διαδοθεί από τη ΒΑ Αφρική στις χώρες της Μεσογείου και ο Paris ισχυρίζεται ότι εκτός από το εμπόριο και τις ανταλλαγές, την διάδοση του καρπουζιού ενίσχυσε και ο μοναδικός του ρόλος ως φυσικής δεξαμενής φρέσκου νερού για τους ταξιδιώτες.
Το αρχαιοελληνικό όνομα για το καρπούζι ήταν “υδροπέπων” αφού το σημερινό του όνομα είναι μεταγενέστερο και προέρχεται από την τουρκική λέξη karpuz. Ο Ιπποκράτης και ο Διοσκορίδης είχαν εξάρει τις πολλές θεραπευτικές ιδιότητές του. Το σύστηναν ως διουρητικό και για την φροντίδα παιδιών που είχαν πάθει ηλίαση –βάζοντας μία κρύα υγρή φέτα καρπουζιού στα κεφάλια τους!
Ο Ρωμαίος φυσιολάτρης Pliny o Πρεσβύτερος ήταν επίσης λάτρης του καρπουζιού περιγράφοντάς το ως υπέρτατο δροσιστικό (refrigerant maxime) στην εγκυκλοπαίδεια του πρώτου αιώνα Historia Naturalis.
O Paris επιβεβαιώνει ότι το αρχαίο εβραϊκό όνομα για τα καρπούζια ήταν αβατιχιμ (avattihim). Ανακάλυψε σχετικές πληροφορίες σε τρεις Κώδικες του Εβραϊκού Δικαίου που είχαν διαμορφωθεί χιλιετίες πριν στο Ισραήλ. Επίσης, τα κείμενα για την καθιερωμένη τότε συνήθεια να βάζουν στην άκρη μια ποσότητα της σοδειάς για ιερείς και τους φτωχούς ήταν ιδιαίτερα διαφωτιστικά. Για παράδειγμα, οι αγρότες είχαν σαφείς οδηγίες να μην αποθηκεύουν τα καρπούζια το ένα πάνω στο άλλο, αλλά να τα απλώνουν το ένα δίπλα στο άλλο. Αυτό είναι μια ένδειξη ότι τα avattihim ήταν καρπούζια, καθώς η φλούδα του ήταν γνωστή για την ευαισθησία της.
Η πιο συναρπαστική αποκάλυψη που έκρυβαν τα εβραϊκά κείμενα ήταν ένα απόσπασμα γραμμένο γύρω στα 200 μ.Χ., που τοποθετούσε την προσφορά καρπουζιών στην ίδια κατηγορία με τα σύκα, τα σταφύλια και τα ρόδια.
Και τι κοινό έχουν όλα αυτά τα φρούτα; Είναι γλυκά! Μέχρι τον τρίτο αιώνα, το καρπούζι είχε εξελιχθεί από καρπός της ερήμου σε επιδόρπιο. Κι αν τα γλυκά καρπούζια υπήρχα στο Ισραήλ, το πιθανότερο είναι πως θα είχαν διαδοθεί και σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου.
Μια ιδέα από ουράνιο τόξο: Σύμφωνα με περιγραφές εκείνης της περιόδου το εσωτερικό των ώριμων καρπουζιών ήταν ελαφρώς κίτρινο. Αντιστοίχως, ένα μωσαϊκό της Βυζαντινής περιόδου στο Ισραήλ (χρονολογείται περίπου στα 425 μ.Χ.) δείχνει ένα κομμένο καρπούζι με πορτοκαλοκίτρινη σάρκα.
Χάρη στην επιλεκτική καλλιέργειά του, το καρπούζι εξέλιξε το χρώμα της σάρκας του και το γονίδιο για το κόκκινο χρώμα συνδυάστηκε με αυτό που καθορίζει την περιεκτικότητα σε σάκχαρα.

Τα πρώτα έγχρωμα σκίτσα του κόκκινου γλυκού καρπουζιού στην Ευρώπη τα βρίσκουμε σε ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο, το Tacuinum Sanitatis. Ιταλοί ευγενείς του 14ου αιώνα ανέθεσαν τη δημιουργία πολυτελών αντιγράφων αυτού του χειρόγραφου που ήταν ένας οδηγός ευ ζην βάσει του αραβικού πρωτοτύπου του 11ου αιώνα.

Το Tacuinum Sanitatis διαθέτει πλήθος εικονογραφήσεων. Μερικές δείχνουν το χαρακτηριστικό σχήμα με τις πράσινες ραβδώσεις που συλλέγεται και πωλείται με μερικά κομμένα για να φαίνεται το κατακόκκινο εσωτερικό τους. Σε μία σκηνή παρουσιάζεται ένας αγρότης με χαρούμενη έκφραση καθώς ρουφάει το χυμό από ένα καρπούζι. Σήμερα σε όλο τον κόσμο παράγονται περίπου 100 εκατομμύρια τόνοι καρπουζιού.

Επιτέλους, ένα φρούτο για αγγέλους!
Φωτογραφία: Νεκρή Φύση του Giuseppe Recco (1634-1695) – Φωτογράφος: DEA, A. DAGLI ORTI/DEAGOSTINI/ GETTY
Συντάκτης: Mark Strauss
Πηγή: National Geographic