Λιγότερη ζάχαρη: άμεσα τα οφέλη στην υγεία των παιδιών

Η μείωση της ζάχαρης στη δίαιτα παχύσαρκων παιδιών για μόλις για 10 ημέρες μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση της υγείας τους, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Φως ρίχνει στο πολυσυζητημένο θέμα της παιδικής κατανάλωσης ζάχαρης η συγκεκριμένη έρευνα καθώς επί σειρά ετών έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες για το αν η ίδια η ζάχαρη επιβαρύνει την υγεία ή αν τα προβλήματα οφείλονται στην παχυσαρκία που προκαλεί η κατανάλωση ποτών και τροφών με μεγάλη περιεκτικότητα σε ζάχαρη.

Την έρευνα χρηματοδότησε το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας των ΗΠΑ και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Obesity” (παχυσαρκία). Επιστήμονες σχεδίασαν ένα κλινικό πείραμα για να δώσουν απάντηση στο παραπάνω ερώτημα. Αφαίρεσαν από τη δίαιτα μιας ομάδας παιδιών όλες τις τροφές με πρόσθετα σάκχαρα και τις αντικατέστησαν με άλλους τύπους υδατανθράκων ώστε το βάρος και η συνολική ημερήσια πρόσληψη θερμίδων να παραμείνουν περίπου ίδια.

Έπειτα από 10 ημέρες τα παιδιά παρουσίασαν σημαντική βελτίωση, παρότι έχασαν λίγο ή καθόλου βάρους. Τα ευρήματα συνηγορούν στο επιχείρημα ότι δεν είναι όλες οι θερμίδες ίδιες και ότι αυτές που προέρχονται από τη ζάχαρη είναι πιο πιθανό να συμβάλλουν στην εμφάνιση διαβήτη τύπου 2 και άλλων μεταβολικών νοσημάτων που παρουσιάζουν έξαρση στις παιδικές ηλικίες. Αυτό τουλάχιστον ισχυρίζεται ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, Dr. Robert Lustig, παιδίατρος ενδοκρινολόγος στο Benioff Children’s Hospital του Πανεπιστημίου της California, στο San Francisco.

“Η έκθεσή μας υποστηρίζει ότι μπορούμε να μεταβάλουμε την μεταβολική υγεία ενός παιδιά μέσα σε περίπου 10 ημέρες, χωρίς να μεταβάλουμε το βάρος του- απλώς αφαιρώντας τα πρόσθετα σάκχαρα από τη διατροφή του”, δήλωσε. “Από κλινικής άποψης, από άποψη υγείας, αυτό είναι πολύ σημαντικό”.

Τα πρόσθετα σάκχαρα -οι γλυκαντικές ουσίες που οι εταιρείες τροφίμων βάζουν στα προϊόντα τους -όχι τα φυσικά σάκχαρα, όπως των φρούτων- έχουν γίνει αντικείμενο ιδιαίτερης έρευνας και διαφωνιών. Τον Φεβρουάριο, η αρμόδια επιτροπή εξέδωσε οδηγία προς τους Αμερικανούς να περιορίσουν την κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων ώστε να μην ξεπερνά σε ποσοστό το 10% του συνόλου των θερμίδων που προσλαμβάνουν ημερησίως.

Το 2014, ο αντίστοιχος με τον ΕΟΦ αμερικανικός οργανισμός πρότεινε οι εταιρείες τροφίμων να προσθέσουν στις ετικέτες των προϊόντων τους ειδική σήμανση όπου θα προσδιορίζεται η ποσότητα σακχάρων που προστίθενται στα προϊόντα τους. Επίσης, προτάθηκε οι εταιρείες να δηλώνουν στη συσκευασία το ποσοστό ημερήσιας συνιστώμενης πρόσληψης πρόσθετων σακχάρων.

Οι αλλαγές αυτές συνάντησαν έντονη αντίδραση από τη βιομηχανία τροφίμων με κύριο επιχείρημα την απουσία επιστημονικής τεκμηρίωσης.

Η νέα έρευνα που δόθηκε στη δημοσιότητα έρχεται λοιπόν να δώσει την επιστημονική τεκμηρίωση στις σχετικές προτάσεις.

Για την έρευνά τους, οι επιστήμονες εξέτασαν 43 παιδιά ηλικιών από 9 έως 18 ετών, που θεωρούνταν ότι ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου για εμφάνιση διαβήτη. Όλα τα παιδιά ήταν παχύσαρκα και είχαν τουλάχιστον ένα ή περισσότερα συμπτώματα μεταβολικού συνδρόμου, μια σειρά από δείκτες κινδύνου, όπως η υψηλή πίεση, υψηλό σάκχαρο, αυξημένη χοληστερίνη και βάρος πάνω από το κανονικό στην περιοχή της μέσης.

Κατά μέσο όρο, το ποσοστό των θερμίδων που προέρχονταν από τη ζάχαρη στην καθημερινή τους διατροφή ήταν στο 27%. Το αντίστοιχο ποσοστό για το μέσο Αμερικανό είναι 15%, αν και κατά κανόνα αυτό είναι υψηλότερο στα παιδιά επειδή καταναλώνουν περισσότερα αναψυκτικά με υψηλή περιεκτικότητα ζάχαρης.

Οι ερευνητές ανέθεσαν κάθε παιδί σε διαιτολόγους κι έπειτα αντικατέστησαν τις τροφές με ζάχαρη με άλλες τροφές. Ο σκοπός δεν ήταν να αφαιρέσουν τους υδατάνθρακες, αλλά να μειώσουν μόνο τη ζάχαρη, χωρίς να μειώσουν το βάρος ή το σύνολο των θερμίδων.

Έτσι, αντί για γιαούρτι με ζάχαρη, τα παιδιά έτρωγαν bagels. Αντί για γλυκά, τους δόθηκαν πατατάκια. Αντί για κοτομπουκιές (που περιέχουν πολλή ζάχαρη) έτρωγαν hot dogs με γαλοπούλα ή μπιφτέκι για μεσημεριανό. Οι γλυκιές τροφές στη δίαιτά τους προέρχονταν κυρίως από φρέσκα φρούτα.

Επειδή οι πόροι των ερευνητών ήταν περιορισμένοι, δεν μπορούσαν να παρατείνουν για πολλές ημέρες τη διάρκεια του προγράμματος, αλλά σε μόλις 10 ημέρες διαπίστωσαν σημαντικές αλλαγές.

Κατά μέσο όρο, η LDL χοληστερόλη (το είδος που επηρεάζει την καρδιά) έπεσε κατά 10 μονάδες. Η διαστολική πίεσή τους έπεσε κατά 5 μονάδες. Τα τριγλυκερίδια έπεσαν κατά 33 μονάδες και τα επίπεδα ινσουλίνης αντίστοιχα βελτιώθηκαν.

Ένας από τους ειδικούς που συμμετείχε στην έρευνα, ο Dr. Frank Hu από την σχολή Δημόσιας Υγείας του Harvard υποστηρίζει ότι η μελέτη αυτή “ενισχύει τις υπάρχουσες ενδείξεις όσον αφορά τη σχέση των πρόσθετων σακχάρων και των μεταβολικών ασθενειών. (…) Αυτού του είδους οι έρευνες είναι δύσκολες, αλλά αποδεικνύουν την άποψη ότι η μείωση της κατανάλωσης πρόσθετων σακχάρων μπορεί να ωφελήσει σημαντικά άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου”.

Η Dr. Sonia Caprio, παιδίατρος – ενδοκρινολόγος και καθηγήτρια στην Ιατρική Σχολή του Yale υποστηρίζει πως παρότι η έρευνα είναι μικρή “προσέγγισε το πρόβλημα με πρωτότυπο τρόπο και προσπάθησε να απομονώσει την επίδραση της ζάχαρης στα μεταβολικά σύνδρομα και την αντίσταση στην ινσουλίνη. (…) Πρόκειται για εξαιρετικής σημασίας ερευνητικό τομέα που μπορεί να αντιμετωπίσει μεταβολικά προβλήματα στις παιδικές ηλικίες, ιδιαίτερα στους εφήβους. Αυτή η έρευνα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και να επεκταθεί”.