ΣΑΦΡΑΝ

Το σαφράν (ζαφορά) βγαίνει από ένα είδος κρόκου (Crocus sativus), μέλους της οικογένειας των ιριδοειδών, το οποίο ανθίζει το φθινόπωρο και παράγει κιτρινοειδή λουλούδια. Το όνομα “σαφράν” προέρχεται από το αραβικό za fran (κίτρινο). Αυτό που ονομάζουμε σαφράν στη μαγειρική είναι οι λεπτοί στήμονες του κρόκου. Κάθε καλλιεργημένο άνθος έχει τρεις στήμονες, οι οποίοι αποσπώνται από τους καλλιεργητές με το χέρι. Απαιτούνται περίπου 150.000 άνθη για να παραγάγουν 1 κιλό ξερού σαφράν. Αυτή η αναλογία καθιστά το σαφράν ένα από τα πιο ακριβά μπαχαρικά, που συχνά αξίζει σε χρυσάφι περισσότερο από το βάρος του. Το σαφράν είναι ιδιαίτερα ευωδιαστό, αν και κάπως πικρό, και συνήθως χρησιμοποιείται ως καρύκευμα ή χρωστική ουσία (για να εξαγάγει κανείς χρώμα από το ξερό σαφράν, πρέπει να μουσκέψει τους στήμονες σε νερό επί ώρες). Ενδεχομένως λόγω της σπανιότητας και της αξίας του, το σαφράν θεωρήθηκε επί αιώνες αφροδισιακό. Λέγεται ότι ο Δίας κοιμόταν σε μια κλίνη από ζαφορά. Τα νυφικά πέπλα σε πολλούς πολιτισμούς, συνήθως βάφονταν με σαφράν (η χρωματίζονταν κίτρινα), και οι πλούσιοι ρωμαίοι σκόρπιζαν στήμονες κρόκους τις νυφικές παστάδες – πράγμα που εξηγεί το λατινικό ρητό το οποίο αναφέρεται στην ανέμελη ευφορία:

Dormvit in sacco croci -κοιμήθηκε σε κλίνη από ζαφορά.